Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Άρθρο μου στο περιοδικό Ιστορικά Θέματα


O Ελευθέριος Βενιζέλος και το Κυπριακό Ζήτημα μέχρι και το 1932: όταν η διπλωματία συγκρούεται με τις εθνικές επιθυμίες
ΠΕΡΙΛΗΨΗ- ΠΡΟΛΟΓΟΣ:  Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το Κυπριακό στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα συμβάδιζε με την πολιτική την οποία εφάρμοζε ο Βενιζέλος και με τη διπλωματική διαχείριση των εθνικών διεκδικήσεων. Γι αυτό ακριβώς, όταν ο Βενιζέλος παραμερίζεται από την πολιτική σκηνή της Ελλάδας, τίθεται στο περιθώριο και το πρόβλημα της Κύπρου. Η επάνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία θα συνδυαστεί με νέες ζυμώσεις στο Κυπριακό πρόβλημα. Ο μεγάλος Έλληνας πολιτικός σε όλες του τις διακυβερνήσεις χαρακτηριζόταν από μια ακλόνητη αποφασιστικότητα που τροφοδοτούνταν από την εξυπηρέτηση των μονιμότερων συμφερόντων του Ελληνικού έθνους. Αυτό θα είχε άμεσο αντίκτυπο στην αντιμετώπιση και του Κυπριακού Ζητήματος


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Στις 12 Ιουλίου του 1878, ύστερα από Οθωμανική κυριαρχία τριών αιώνων, άρχιζε για την Κύπρο η περίοδος της Αγγλοκρατίας. Η κατάληψη και κατοχή του νησιού συμφωνήθηκε και υπογράφηκε στα παρασκήνια του Συνεδρίου του Βερολίνου          (4 Ιουνίου – 1 Ιουλίου 1878). Η αναγνώριση της Συνθήκης μεταβίβασης έγινε από τις Μεγάλες Δυνάμεις στις 13 Ιουλίου του 1878, όταν ο ναύαρχος Hay είχε ήδη καταπλεύσει στη Λάρνακα και η κατάληψη της Κύπρου ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός. Από το 1878 ως το 1914 η Κύπρος βρισκόταν κάτω από ένα ειδικό καθεστώς, που η Συνθήκη το όριζε ως «αντικείμενο νομής και κατοχής» από τη Βρετανία. Όταν όμως το 1914 η Τουρκία μπήκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, η Αγγλία προσάρτησε την Κύπρο. Το 1925, μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης και την παραίτηση της Τουρκίας από τα δικαιώματα της πάνω στη Κύπρο, το νησί ανακηρύχθηκε επίσημα βρετανική αποικία.
( Φωτό 1, λεζάντα : Η έπαρση της Αγγλικής Σημαίας στη Λευκωσία το 1878. Το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί ανακούφισε τους Έλληνες της Κύπρου)
Η παραχώρηση της Κύπρου στην Αγγλία το 1878, έθετε τέλος στην επαχθή οθωμανική διακυβέρνηση  (1571-1878) και διάνοιγε προοπτικές για μεταρρυθμίσεις στην πολιτική, δημόσια, οικονομική και κοινωνική ζωή της νήσου. Οι προσδοκίες όμως των Κυπρίων για ουσιαστικές μεταβολές στους πιο πάνω τομείς δεν επαληθεύθηκαν και η πρόοδος που σημειώθηκε δεν ήταν η αναμενόμενη. Με την έναρξη της Αγγλοκρατίας, οι Έλληνες της Κύπρου προσδοκούσαν ότι η σημαντικότερη μεταβολή θα εκδηλωνόταν στον πολιτικό τομέα. Ευελπιστούσαν, ότι οι Άγγλοι θα παραχωρούσαν την Κύπρο στην Ελλάδα όπως είχαν πράξει στην περίπτωση της Επτανήσου το 1864. Βασικό λοιπόν αίτημα τους ήταν η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
( Φωτό 2 Λεζάντα: Διακαής πόθος των Ελλήνων της Κύπρου ήταν η Ένωση του νησιού με τη μητέρα Ελλάδα. Η αρχή της αγγλοκρατίας χαιρετίστηκε από τον Κυπριακό Ελληνισμό σαν το εφαλτήριο για υλοποίηση του πόθου τους)

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛ.ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ
Κανένας Έλληνας πολιτικός δεν συνδέθηκε τόσο πολύ με το κυπριακό ζήτημα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η άνοδος του Βενιζέλου στην πρωθυπουργία της Ελλάδας το 1910, συνέπεσε με τη διεθνή αναστάτωση της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα και είχε σαν κορύφωση της τον   Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο ιταλοτουρκικός πόλεμος του 1912, ο οποίος είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθει η Λιβύη και τα Δωδεκάνησα στην κατοχή της Ιταλίας, δημιούργησε κινδύνους αλλά και προϋποθέσεις για μια αλλαγή των δεδομένων στα μεσογειακά δρώμενα. Η Αγγλία αρχίζει να επιδιώκει την εξασφάλιση της Ελλάδας με τα εκτεταμένα παράλια και τα φυσικά της λιμάνια. Από την άλλη, ο Βενιζέλος με την αλυτρωτική πολιτική που ακολουθούσε επεδίωκε άριστες σχέσεις με την Αγγλία, η οποία ήλεγχε τη Μεσόγειο. Ωστόσο, μπροστά στον επικείμενο Παγκόσμιο πόλεμο η Βρετανία, σαν μεγάλη ναυτική δύναμη, ήθελε να προστατέψει τα συμφέροντα της στη Μεσόγειο και ο Βενιζέλος προσπαθούσε να εξασφαλίσει τη συμμαχία της. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και οι διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση της Κύπρου, με αντάλλαγμα την παροχή λιμενικών διευκολύνσεων στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς.[1]

Οι πρώτες κρούσεις για συνεργασία Ελλάδας – Αγγλίας έγιναν τον Νοέμβριο του 1912 ανάμεσα στον Άγγλο Υπουργό Οικονομικών Λόυντ Τζώρτζ και τον προσωπικό του φίλο πρόξενο της Ελλάδας στο Λονδίνο, Σερ Τζών Σταυρίδη. Στις 18 Νοεμβρίου 1912, ο Λόυντ Τζώρτζ αναπτύσσει στο Σταυρίδη τις απόψεις του αρχηγού των Ναυτικών, Τσώρτσιλ, σχετικά με την παροχή λιμενικών διευκολύνσεων σε ένα νησί του Ιονίου, κοντά στην Αδριατική. Το αντάλλαγμα στην παροχή αυτή θα ήταν η παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Ο Τσώρτσιλ είχε αρχικά σκεφτεί την εγκατάσταση μιας ναυτικής βάσης στην Κέρκυρα, επειδή όμως η Ελλάδα είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην οχυρώσει το νησί, πρότεινε το Αργοστόλι της Κεφαλονιάς.

Όταν τα αυστρογερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα προωθήθηκαν επιθετικά εναντίον της Σερβίας τον Οκτώβριο του 1915, έγινε ακόμα μια φορά η λεγόμενη ΄΄μοναδική προσφορά΄΄ στην Ελλάδα για την Κύπρο. Σκοπός της προσφοράς αυτής ήταν η έξοδος της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Αν συντριβόταν η Σερβία, οι Κεντρικές Δυνάμεις θα αποκτούσαν πλήρη έλεγχο της σιδηροδρομικής γραμμής της Κωνσταντινούπολης και η νοτιοανατολική Ευρώπη θα απέμενε ανεπανόρθωτα εκτεθειμένη στις Κεντρικές Δυνάμεις. Στις 16 Οκτωβρίου τηλεγράφημα των Βρετανών, στάλθηκε στην Αθήνα και  έγραφε πως αν η Ελλάδα υποστήριζε τη Σερβία, η αγγλική κυβέρνηση όφειλε να προπαρασκευάσει την προσφορά της Κύπρου στην Ελλάδα : «His Majestys Government will be prepared to give Cyprus to Greece».

Η θέση του Βενιζέλου να ταχθεί με την Αντάντ ευνοούσε το Κυπριακό Ζήτημα καθώς η τύχη του νησιού εξαρτιόταν από τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις που διέθεταν την κυριαρχία στη θάλασσα και ιδιαίτερα στην ανατολική Μεσόγειο. Ο φόβος εξάλλου της ναυτικής υπεροχής της Αντάντ, εμπόδισε τον βασιλιά Κωνσταντίνο και το αυλικό του περιβάλλον να υποστηρίξουν ανοιχτά τον αντίθετο συνασπισμό των Κεντρικών Δυνάμεων. Εξάλλου, στις 5 Νοεμβρίου 1914, η Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία είχαν ήδη κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία. Αυτό για τη Βρετανία σήμαινε την άρση του κωλύματος της Τουρκικής επικυριαρχίας στην Κύπρο. Έτσι η Βρετανία κήρυξε την προσάρτηση της Κύπρου. Η προσάρτηση «Act of Annexation», έχει ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 1914, αλλά η διεθνής αναγνώριση αυτής της πράξης θα ολοκληρωθεί με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Δύο χρόνια αργότερα η Κύπρος ανακηρύχθηκε αποικία του αγγλικού στέμματος.

Τον Οκτώβριο του 1917 γίνονται εκλογές στην Κύπρο και εκλέγονται οι αντιπρόσωποι εκείνοι που είχαν την Ένωση στο πρόγραμμα τους. Ισχυρίζονται ότι αφού ακυρώθηκε η Συνθήκη του 1878 κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχε δικαιώματα πάνω στην Κύπρο, άρα ο Κυπριακός λαός είχε δικαίωμα να καθορίσει την τύχη του. Η επικράτηση των Ενωτικών δεν ήταν άσχετη με την επίδραση του Βενιζέλου.[2]

Η ανακωχή των δυνάμεων της Αντάντ με τη Γερμανία, στις 11 Νοεμβρίου 1918, έβαζε τέλος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας αφορούσαν στην Β. Ήπειρο, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Μ. Ασία και τα νησιά του Αιγαίου. Οι περιοχές αυτές ήταν είτε προσαρτημένες, είτε βρίσκονταν ακόμη στα χέρια των Τούρκων. Ο Βενιζέλος διεκδικούσε παράλληλα και την Κύπρο. Οι διεκδικήσεις της Ελλάδας, που πολλοί θεωρούσαν ως σύμμαχο της τελευταίας στιγμής, προσέκρουε όμως στον ιταλικό ιμπεριαλισμό και στον αγγλικό ανταγωνισμό. Η προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος στο Συνέδριο της Ειρήνης ήταν πάρα πολύ δύσκολο, γιατί μια μεγάλη δύναμη σαν τη Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν δυνατό να πεισθεί αποτελεσματικά από ένα μικρό κράτος σαν την Ελλάδα.

( φωτό 3: λεζάντα: Το συνέδριο της Ειρήνης το 1919. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο Συνέδριο στο πλευρό των νικητών έδωσε τη δυνατότητα στον Βενιζέλο να διεκδικήσει την ενσωμάτωση αλύτρωτων περιοχών στον εθνικό κορμό.)

Ο Βενιζέλος ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ήταν ανίσχυρος να εκβιάσει υποχώρηση της Ιταλίας και της Μεγάλης Βρετανίας ή να εκμαιεύσει υπολογίσιμα ερείσματα στο διεθνή χώρο και να έθετε σε κρίσιμη δοκιμασία τις βάσεις της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η σταδιακή σύναψη του Δωδεκανησιακού με το Κυπριακό πρόβλημα και η κοινή αναγωγή τους σε υπόθεση ισορροπίας δυνάμεων στο ευρύτερο ανατολικομεσογειακό πεδίο, έτεινε να αποθαρρύνει οποιαδήποτε μονόπλευρη χειρονομία καλής θέλησης. Η κατηγορηματική άρνηση της Ιταλικής κυβερνήσεως να αποδεχτεί το Ελληνικό ενδιαφέρον για τα Δωδεκάνησα, κυρίως μετά την αναγνώριση ως τετελεσμένου γεγονότος της ιταλικής κατοχής των νησιών από τη Μεγάλη Βρετανία, είχε αποθαρρύνει την αντιμετώπιση του θέματος μέσα στα πλαίσια ενός Έλληνοϊταλικού διαλόγου.[3]

Καθ’όλη τη διάρκεια του 1919, ο Βενιζέλος έβλεπε κάθε διπλωματική του προσπάθεια να καταλήγει σε αδιέξοδο και η αισιοδοξία του για λύση του Κυπριακού άρχισε να διαψεύδεται. Ο λόγος; Εκτός από διάφορες αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων κατά το διάστημα αυτό, σχετικά με την παραχώρησης της Κύπρου, ο Βενιζέλος είχε να αντιμετωπίσει και το βέτο  ισχυρών οικονομικών βρετανικών κύκλων. Μεγάλες μεταλλευτικές εταιρίες, όπως η Cyprus Mines Corporation, εμπορικές, ναυτιλιακές και κατασκευαστικές εταιρίες με υπόμνημά τους στο Υπουργείο Αποικιών ζητούσαν συνεχώς εγγυήσεις για τυχόν παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα.[4]  Προς συνάθροιση των αντιδράσεων, έτρεξαν και οι Βρετανοί στρατιωτικοί, οι οποίοι προέβαλλαν διαμέσου του άγγλου ναυάρχου Ντε Ρομπέκ άρνηση παραχώρησης του νησιού, υπερτονίζοντας σε υπόμνημά τους τη γεωστρατιωτική σημαντικότητα της Κύπρου.  Το αποτέλεσμα λοιπόν, ήταν όλες οι ενέργειές του Βενιζέλου, ακόμα και για εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης των πολιτισμένων εθνών να καταλήγουν σε αποτυχία.

Η απάντηση στην εύλογη απορία γιατί οι Βρετανοί ήθελαν τόσο πολύ να διατηρήσουν την Κύπρο υπό την κυριαρχία τους, μπορεί να δοθεί μέσω στρατιωτικοπολιτικών επιχειρημάτων: Η διατήρηση του νησιού, για τους Άγγλους, σήμαινε και μία αντιστάθμιση κάποιων στρατηγικών πλεονεκτημάτων που αποκτούσε η Γαλλία με την «εντολή» που είχε αποσπάσει από την Αγγλία, σχετικά με τα εδάφη της Συρίας. Εκείνο που έσπευδαν διακαώς να επιτύχουν οι Άγγλοι, ήταν η διασφάλιση των πετρελαιοπηγών του Ιράν μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Αυτό, μπορούσε να επιτευχθεί, μόνο μέσω της εξασφάλισης της κυριαρχίας της στην        Ανατολική  Μεσόγειο. Εκτός από αυτό, η Κύπρος αποτελούσε ισχυρότατο «ατού» της αμυντικής της γραμμής στην περιοχή αυτή, αφού προστάτευε τις προσβάσεις στο κανάλι του Σουέζ και εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό σε καύσιμα στην αεροπορική γραμμή της Ινδίας. Σαφέστατα, η Μ. Βρετανία θα διακινδύνευε πάρα πολλά από  τυχόν παραχώρηση της Κύπρου.

Στη συνθήκη των Σεβρών το 1920, η Ιταλία επιβεβαίωσε τα δικαιώματά της στα Δωδεκάνησα, αφού η Τουρκία είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα εκεί. Επίσης, σε μία διμερή συμφωνία, στις 10 Αυγούστου 1920, μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η δεύτερη υποσχέθηκε να παραχωρήσει στην Ελλάδα όλα τα νησιά της Δωδεκάνησου, εκτός από τη Ρόδο, αύξησε την περίοδο για το δημοψήφισμα της Ρόδου σχετικά με εκχώρησή της στην Ελλάδα από 5 σε 15 χρόνια, αυξάνοντας παράλληλα και την αλληλεξάρτηση Ρόδου-Κύπρου.

Ο Βενιζέλος, εκτός των προαναφερθέντων προβλημάτων, είχε να αντιμετωπίσει ακόμα ένα: τα διαπλεκόμενα συμφέροντα της Γαλλίας στο νησί. Η Γαλλία, τον Οκτώβριο του 1921, αναγνώρισε, από την πλευρά της, την εθνικιστική κυβέρνηση της Τουρκίας, και έλαβε τη Συρία, στην οποία ήταν πλέον εντολοδόχος δύναμη. Έτσι, ενόψει της νέας θέσης που κατείχε πλέον η Γαλλία, σε συνάρτηση και με κάποιες άλλες μυστικές συμφωνίες με την Αγγλία, που αφορούσαν σε συμφέροντα των δύο στη Μέση Ανατολή, η γεωπολιτική θέση της Κύπρου την ενδιέφερε πλέον άμεσα. Επωφελούμενη από τη συνθήκη για τη Συρία, έθεσε απαγορευτική διάταξη παραχώρησης της Κύπρου, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της.

Φως στις όλες μυστικές συμφωνίες ρίχνει μία απόρρητη έκθεση του 1931, με αποστολέα τον Δημήτριο Κακλαμάνο και παραλήπτη τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, Υπ. Εξ. Αποσπάσματα της αποστολής παρατίθενται ακολούθως:  «Εξηκρίβωσα ήδη ποία είνε η Άγγλο-Γαλλική Συνθήκη, η αφορώσα την νήσον Κύπρο, και προαπαιτούσα απολύτως, διά την παραχώρησιν της νήσου την συγκατάθεσιν της Γαλλίας.....Είναι η συνθήκη της 23ης  Δεκεμβρίου 1920, υποβληθείς όμως εις τας Αγγλικάς Βουλάς κατά τας αρχάς του 1921......Η συνθήκη αυτή, έχει υπογραφεί μεταξύ του τότε Πρεσβευτού της Αγγλίας λόρδου Χάρτινγκ και του Γάλλου Υπουργού των Εξωτερικών κ. Λέυγκ, φέρει δε τον εξής τίτλο: Γαλλοβρετανική Συνθήκη της 23ης  Δεκεμβρίου 1920 επί ορισμένων σημείων συνδεομένων με την εντολή διά την Συρίαν και τον Λίβανο, Παλαιστίνη και Μεσοποταμία. Το αφορών της Κύπρου άρθρο της συνθήκης είνε το άρθρο 4 αυτής».[5]  Σχετικά με το άρθρο 4 αυτής της συνθήκης, που αφορούσε στην Κύπρο, υπερτόνιζε καταρχάς τη γεωγραφική και στρατηγική θέση της Κύπρου και  η Βρετανική κυβέρνηση συμφωνούσε, να μην εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις για παραχώρησή της χωρίς να έχει πάρει προηγουμένως και τη συγκατάθεση της Γαλλικής Κυβέρνησης.

Οι συμφωνίες Αγγλίας και Γαλλίας, ήταν άμεσα συνδεδεμένες με τα συμφέροντα και των δύο, στις περιοχές των πετρελαίων. Η σύνδεση λοιπόν της Κύπρου με τις συμφωνίες για τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές ήταν άμεση. Τα όποια οφέλη τους από την περιοχή, αναδείκνυαν την Κύπρο ως βαρόμετρο για την διατήρηση τους στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Καμία δύναμη από τις δύο δεν ήθελε η Κύπρος να βρεθεί στη μονοπωλιακή εκμετάλλευση μόνο του ενός. Μάλιστα, σε περίπτωση μελλοντικής ανεξαρτησίας της Κύπρου, αυτή περιοριζόταν, αφού καθοριζόταν σε ποια σφαίρα επιρροής και σε ποια συμμαχία έπρεπε να ανήκει το νησί.

Μετά από όλα αυτά, ο Βενιζέλος έλεγε στην Κυπριακή αντιπροσωπεία στο Παρίσι το 1920, πως το Υπουργικό Συμβούλιο της Μ. Βρετανίας αποφάσισε να διατηρήσει την Κύπρο. Δεν πτοήθηκε όμως από τις αντιφάσεις των αποφάσεων της Αγγλικής κυβέρνησης και πίστεψε πως, όπως και στην περίπτωση των Επτανήσων, η Κύπρος θα παραχωρηθεί αργά ή γρήγορα από τους Άγγλους.

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η Μικρασιατική καταστροφή του 1922, είχε άμεσα αποτελέσματα και στο Κυπριακό Ζήτημα. Ο Βενιζέλος ηττήθηκε πολιτικά και εξαφανίσθηκε από τα πολιτικά δρώμενα. Επιπλέον, η ίδια η Ελλάδα είχε δεχθεί βαρύ, βαρύτατο πλήγμα και στα τεράστια προβλήματα εκείνων των καιρών, το κυπριακό πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Ο μεγάλος πολιτικός προσπάθησε να κρατήσει το θέμα όμως ανοικτό και επιστράτευε κάθε διπλωματική του ευφυΐα για να το επιτύχει. Γι’ αυτό και ως ειδήμων στο διπλωματικό πεδίο, όταν έβλεπε πως μία ορισμένη τακτική του προκαλούσε δυσφορία στην Αγγλία, υποχωρούσε και αναζητούσε άλλες οδούς. Όχι, δεν εξυπηρετούσε αγγλικά συμφέροντα, απλά βλέποντας πως η Μ. Βρετανία ήταν ο βασικότερος υποστηρικτής των ελληνικών διεκδικήσεων,  ιδίως των ευρύτερων εδαφικών διεκδικήσεων της χώρας, συμβιβαζόταν. Άξιο και πάλι αναφοράς ήταν και οι ασφυκτικές πιέσεις  και αντιδράσεις και άλλων δυνάμεων, όπως της Γαλλίας στο όλο θέμα, ακόμα και εβραϊκών κύκλων, αν και χωρίς ακόμα κράτος,  οι οποίοι διατύπωναν την άρνηση τους για κάθε Κυπριακή ανεξαρτησία.

( φωτό 4, λεζάντα: Η Μικρασιατική καταστροφή και η πολιτική περιθωριοποίηση του Ελ. Βενιζέλου αποτέλεσε οπισθοδρόμηση για το Κυπριακό Ζήτημα  )

Το 1925, η Κύπρος ανακηρύχθηκε και επίσημα αποικία του Στέμματος, μετά από την ολοκληρωτική παραίτηση της Τουρκίας  από κάθε δικαίωμα της στο νησί, με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Τρία χρόνια αργότερα, το 1928, με τη συμπλήρωση της 50ετίας της κατοχής του νησιού από τη Μ. Βρετανία και την αρχή της τελευταίας διακυβέρνησης Βενιζέλου, εκδηλώθηκαν κάποιες διαμαρτυρίες, μέσω ενός υπομνήματος, από τους Έλληνες της Κύπρου προς την Κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας.

 Το  1929 μια επιτροπή, με τη συμμετοχή του μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά, του Στ. Σταυρινάκη, καθώς επίσης και του Ζήνωνα Ρωσσίδη μετέβηκε στο Λονδίνο υποβάλλοντας υπόμνημα στο υπουργείο αποικιών, το οποίο εξέφραζε την επιθυμία του λαού της Κύπρου για Ένωση. Η απάντηση του Λονδίνου ήταν απορριπτική, αμφισβητώντας ακόμα και τη δυνατότητα αυτοδιάθεσης και θα προκαλέσει τις έντονες διαμαρτυρίες του κυπριακού λαού.

Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο έκρυθμη, όταν ψηφίστηκε νέος εκπαιδευτικός νόμος το Δεκέμβριο του 1929. Οι Βρετανοί επιδίωκαν τον έλεγχο των εκπαιδευτικών, έτσι ώστε να μην μπορούν να προπαγανδίζουν με έντονο τρόπο την ιδέα της ένωσης με την Ελλάδα. Ο τότε κυβερνήτης της Κύπρου Ρόναλντ Στορς προσπάθησε με το νόμο αυτό να καταργήσει τις τοπικές εφορίες και να διορίζονται πλέον τα μέλη του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου από τον κυβερνήτη.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 1931 ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

( φωτό 5, λεζάντα: Το διάγγελμα του Μητροπολίτη Κιτίου Μυλωνά, η οποία βρίθει επαναστατικών μηνυμάτων)

Το 1930, ιδρύθηκε  η «Εθνική Οργάνωση Κύπρου», απαρτιζόμενη από μέλη της Ιεράς Συνόδου, Ηγουμένους Μονών, ελληνικά μέλη του Κυπριακού Κοινοβουλίου και αρκετούς άλλους. Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε ακόμη μία οργάνωση για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, η «Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση Κύπρου» («Ε.Ρ.Ε.Κ») η οποία χαρακτηριζόταν από ένα πνεύμα έντονα συνωμοτικό. Ό πρώτος πυρήνας της Ε.Ρ.Ε.Κ σχηματίστηκε από ανθρώπους των γραμμάτων, όπως δασκάλους, δικηγόρους και δημοσιογράφους. Το καλοκαίρι του 1931 η Ε.Ρ.Ε.Κ θα προχωρήσει στη δημιουργία ενός φανερού κόμματος, που θα δρούσε στα πλαίσια του νόμου. Πρόγραμμα της οργάνωσης ήταν «η πολιτική εξάρθρωση, με τις παραιτήσεις βουλευτών, την άρνηση για υποβολή υποψηφιοτήτων σε βουλευτικές εκλογές, τη δημιουργία χάους και αδιεξόδου με κωλυσιεργίες και δολιοφθορές».[6] Οι αρχηγοί της οργάνωσης ήταν βενιζελικοί, με διασυνδέσεις στην Αθήνα. Στην Κύπρο η οργάνωση είχε επαφές με το προξενείο και τον Αλέξη Κύρου. Και οι δύο οργανώσεις συνδέθηκαν με την εξέγερση του 1931. Η τελευταία, με τις προγραμματικές τις αρχές άρχισε ήδη να ξεσηκώνει τον Κυπριακό λαό.[7]

( φωτό 5, λεζάντα: Το διάγγελμα του Επισκόπου Κιτίου Μυλωνά, η οποία βρίθει επαναστατικών μηνυμάτων)


Τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1931, αποτέλεσαν το πρώτο ξέσπασμα βίας στο νησί. Ο επίσκοπος Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, με μανιφέστο του προς τον Κυπριακό λαό, τον εξωθούσε να υψώσει τη σημαία της Ενώσεως της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα, κηρύττοντας: ‘πάντα Κύπριον εις την λεωφόρον της θυσίας… Ζήτω η Ένωσης’. Στο κύμα των βίαιων αντιβρετανικών εκδηλώσεων, ο εμπρησμός του κυβερνητικού μεγάρου, ήταν το αποκορύφωμα.

( φωτό 7, λεζάντα: Η Ε.Ρ.Ε.Κ καλούσε άπαντες να ενωθούν υπέρ του κοινού στόχου της Ένωσης με την Ελλάδα)

Ολόκληρη η Κύπρος διακατεχόταν από απερίγραπτο ενθουσιασμό και πατριωτική έξαρση καθώς και πάθος για ένωση. Όλα αυτά κορυφώθηκαν την 21η Οκτωβρίου 1931, σε μία συγκέντρωση στην Εμπορική Λέσχη Λευκωσίας.
Μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, μετά από προτροπές της Ε.Ρ.Ε.Κ για  Ένωση και φλογερούς λόγους από τον Αρχιμανδρίτη της εκκλησίας της Φανερωμένης, Διονύσιο Κυκκώτη  το πλήθος κατευθύνθηκε προς το Κυβερνείο (με υψωμένη πάντα την Ελληνική σημαία). Εκεί, άρχισαν να ρίχνονται πέτρες και άλλα αντικείμενα στο ερμητικά κλειστό Κυβερνείο και ένας αναρριχήθηκε και ύψωσε το εθνικό μας λάβαρο. Αυτοκίνητα της αστυνομίας έφταναν με ενισχύσεις και ένα από αυτά ανετράπη και άρχισε να καίγεται. Αναμμένα ξύλα και άλλα εύφλεκτα υλικά άρχισαν να ρίχνονται προς το Κυβερνείο. Μέσα σε 30 λεπτά, το στρατιωτικό ξύλινο μπακαλάου που χρησιμοποιούνταν  για Κυβερνείο έγινε παρανάλωμα του πυρός  και αποτεφρώθηκε. Μετά την ανάγνωση του ‘περί Στάσεως Διατάγματος’ και της οδηγίας για έναρξη πυροβολισμών, επικράτησε πανικός ανάμεσα στους διαδηλωτές. Η διάλυση του πλήθους σημαδεύτηκε με δεκαπέντε τραυματίες, εκ των οποίων ο 18χρονος Ονούφριος Κληρίδης πέθανε λίγο αργότερα.

(φωτό 6, Τα Κυπριακά Οκτωβριανά, όπως ονομάστηκαν, του 1931, ήταν και η πρώτη μορφής εξέγερση, έστω και ανοργάνωτη, εναντίον της Αγγλοκρατίας)

Η συγκίνηση που προκάλεσαν οι ταραχές της Λευκωσίας απλώθηκε και σε άλλα μέρη του νησιού. Ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, Λεμεσό, Λάρνακα και Πάφο, έγιναν αρκετές διαδηλώσεις, σταμάτησαν δουλειές και τα σχολεία έκλεισαν. Από τα συνολικά 598 Ελληνικά ορθόδοξα και μεικτά ορθόδοξα και μουσουλμανικά  χωριά, τα 200 εμφάνισαν αναταραχή και διαδηλώσεις, χωρίς σοβαρές παραβάσεις του νόμου.

Τα γεγονότα της μεγαλονήσου, πυροδότησαν και αντιδράσεις ανά το πανελλήνιο. Φοιτητές έδωσαν και πάλι μαχητικό παρόν, τα πανεπιστήμια έκλεισαν, σύλλογοι, σωματεία, όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης, εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμου και πλήθος άλλων απλών ανθρώπων καταδίκαζαν το καθεστώς που επικρατούσε στο νησί. Μάλιστα, υπό τον Παύλο Κουντουριώτη, συστάθηκε μια 45μελής επιτροπή, με σκοπό να διαφωτίσει την διεθνή κοινή γνώμη. Οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν, όταν ο Π. Κουντουριώτης παρέλαβε την «Εθνική Βίβλο» από αντιπροσώπους των Κυπρίων, η οποία περιείχε ενωτικά ψηφίσματα από όλα τα χωριά και πόλεις της μεγαλονήσου.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, εξέφρασε από την αρχή της έκρηξης της αντίδρασης στην Κύπρο, τη διστακτικότητα του να βοηθήσει έμπρακτα την εξέγερση. Αμέσως επικρίθηκε για αυτή του τη στάση από τον τύπο Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Αλεξάνδρειας. Με εξαίρεση τη βασιλική «Καθημερινή» που κράτησε τους τόνους σε χαμηλό επίπεδο αλλά και την «Εστία», οι υπόλοιπες  εφημερίδες εξασκούσαν συνεχείς πιέσεις στον Έλληνα πρωθυπουργό  για να υποστηρίξει τους ‘αδελφούς Κυπρίους’. Ούτε όμως, τα αντιπροσωπευτικά όργανα του τύπου, ούτε οι οργανωμένοι υποστηρικτές του ενωτικού κινήματος κατάφεραν να αλλάξουν την αμεροληψία και την ουδέτερη στάση του Βενιζέλου και της κυβέρνησής του.

Ο πρωθυπουργός φυσικά ούτε μειοδότης πρέπει να θεωρείται ούτε και δειλός. Από την αρχή είχε υπόψη του κάθε κίνδυνο που κρεμόταν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια Κύπρου και Ελλάδος. Κίνδυνοι που δεν έπρεπε να παραγνωρισθούν και οι οποίοι γεννιόνταν σε κάθε εξέγερση (ιδίως ανοργάνωτη) της κοινής γνώμης.

Οι θέσεις του Βενιζέλου αποκρυσταλλώθηκαν καλύτερα στις 18 Νοεμβρίου 1931, όταν τόνισε στην Ελληνική Βουλή πως ο εθνικός πόθος των Ελλήνων της Κύπρου, δε συγκρατήθηκε ως όφειλε, και πως δεν είναι προορισμένoς να εξυπηρετήσει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Υπερασπίστηκε επίσης και την αντίδραση της κυβέρνησης προς καταστολή κάθε μαζικής εκδήλωσης λέγοντας πως «εάν η κυβέρνηση δεν είχε αντιδράσει όπως αντέδρασε θα ήταν δυνατό να δημιουργηθούν -τόσο στην  Κύπρο όσο και στην Ελλάδα- καταστάσεις για τις οποίες μόνον οι εχθροί της Ελλάδος θα μπορούσαν να επιχαίρουν. Ο ακοίμητος εθνικός πόθος των Ελλήνων της Κύπρου, μη συγκρατηθείς από τους πολιτικούς άνδρας της Μεγαλονήσου  ως ώφειλεν, εντός των ορίων των νομίμων εκδηλώσεων, ήγαγε εις παρεκτροπάς, αι οποίαι δεν είναι προωρισμέναι προφανώς να επιτύχουν τον επιδιωκόμενον σκοπόν.
Δεν τίθεται καν υπό συζήτηση το θέμα εάν η εξέγερση συγκίνησε ή όχι τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Σαφώς και τον άγγιξε βαθιά, όμως η πολιτική του εμπειρία και γνώση του παρελθόντος, του καταδείκνυε διαφορετική οδό και μεθοδολογία παρά εκείνη που ακολούθησαν οι γεμάτοι πάθος Έλληνες της Κύπρου: «Η εν Κύπρω κίνησις ήτο φυσικόν να έχη βαθυτάτην και συμπαθεστάτην απήχησιν εις την ψυχήν ολοκλήρου του ελληνικού Έθνους». Και σε επιστολή προς τον υπουργόν του επί των Εξωτερικών (την 23 Οκτ. 1931) έγραφε: «Το δυστύχημα είναι ότι οι εν Κύπρω διατελούν πιθανώς εν αγνοία ότι η Ελληνική Κυβέρνησις κάθε άλλο παρά να επιδοκιμάζη δύναται τοιαύτας ενεργείας».8

 Για τον μεγάλο πολιτικό, η Ελλάδα έπρεπε να διατηρήσει πολύ φιλικές σχέσεις με τη Βρετανία, την Ιταλία κα την Τουρκία. Η εξέγερση του Οκτώβριου του 1931 δεν ήταν για τον Βενιζέλο η καταλληλότερη στιγμή και ο ιδανικότερος τρόπος για να ευοδωθεί τα αέναο όνειρο της Κύπρου  για Ένωση με την Ελλάδα.





ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Μία πρόχειρη και άκριτη ματιά στα γεγονότα, θα οδηγούσε ίσως τον κάθε ένα από εμάς στο απλό συμπέρασμα πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος λειτουργούσε σαν φερέφωνο της Μ. Βρετανίας και πως η ελληνική διπλωματία της περιόδου δεν υπηρέτησε, ούτε και εξυπηρέτησε καθόλου τα εθνικά συμφέροντα.

Ακόμα και ιστορικές μαρτυρίες συνηγορούν στη διατύπωση των πιο πάνω συμπερασμάτων: Στην ετήσια έκθεση του Βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα, Περσύ Λόραιν, παρατηρούμε μια υπογράμμιση της εγκάρδιας φιλίας του Βενιζέλου προς τη Μ. Βρετανία. Αλλά και επισημάνσεις του ίδιου του πρωθυπουργού σε συνεργάτες του, πως δεν είχε καμία διάθεση να τα ‘χαλάσει’ με την Αγγλία, μας οδηγούν στα αυτά συμπεράσματα. Ας δούμε όμως τα γεγονότα της εποχής και το έργο του Βενιζέλου για το Κυπριακό λίγο πιο αναλυτικά και με πιο κριτικό και αντικειμενικό μάτι.

Είναι γεγονός, πως ο Βενιζέλος επιθυμούσε διακαώς και με κάθε μέσο, να διατηρήσει μια στενή συνεργασία με το Λονδίνο, αλλά και παράλληλα να εξισορροπήσει τις σχέσεις της Ελλάδας με τις τρεις Μεσογειακές Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία.




Ο Βενιζέλος με μαεστρία προσπαθούσε να  χρησιμοποιήσει, μέσω της διπλωματικής βέβαια οδού, τα ισχυρά διεθνή ρεύματα που διασταυρώνονταν το χώρο των ελληνικών συμφερόντων. Ιδιαίτερα η Βρετανική υπεροχή στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, επηρέασε και προσδιόρισε μπορούμε να πούμε, την ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο αυτή.

Αθήνα και Λονδίνο, από τον Ιούλιο του 1928 ιδιαίτερα και έπειτα, βρίσκονταν σε μια σχέση ανταλλαγής και ανάπτυξης επωφελών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Η Μ. Βρετανία μπορεί να είχε αρκετά οικονομικά οφέλη από την συνεργασία της με την Ελλάδα, αλλά και η Ελλάδα μπορούσε να ανταλλάζει την προστασία κάθε οικονομικού συμφέροντος της Βρετανίας με κάποια πολιτικά ωφελήματα. Το οικονομικό κραχ του 1929, σε συνδυασμό  με την έκρηξη των γεγονότων του 1931 στην Κύπρο, εκτός του ότι έθεσαν το οικονομικό πρόγραμμα του Βενιζέλου εκτός εφαρμογής, έκανε επιτακτικότερη την ανάγκη διατήρησης καλών σχέσεων με τη Μ. Βρετανία.

Μετά το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή, έγινε αντιληπτό από το Βενιζέλο, ότι έπρεπε να αναζητήσει νέες οδούς προς υλοποίηση κάθε εθνικής επιδίωξης. Αρχής γενομένης από τη Συνθήκη της Λωζάννης και έπειτα, η Ελλάδα έπρεπε, μέσω διατήρησης μιας ισορροπίας των εξωτερικών πιέσεων και σύνδεσης με τις Μεγάλες Δυνάμεις, να διασφαλίσει ότι είχε απομείνει εδαφικά, καθώς και να προστατεύσει την εθνική της ασφάλεια. Εξ ου και η εντατικοποίηση των προσπαθειών σύναψης καλών σχέσεων και συμφώνων με τους βαλκανικούς γείτονες της Ελλάδας, ιδιαίτερα Τούρκους και Γιουγκοσλάβους. Η άψογη σχέση μεταξύ Ελλάδας, Ρώμης και Λονδίνου ήταν εκ των ων ουκ άνευ για το Βενιζέλο.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, κάθε ανάμειξη της Ελληνικής κυβέρνησης σε μια αντιπαράθεση με τη Μ. Βρετανία στα Οκτωβριανά, θα έθετε σε κίνδυνο ευρύτερα εθνικά συμφέροντα και θα άφηνε την Ελλάδα, ίσως, σε μία μειονεκτικότατη θέση όπου θα διακυβεύονταν ακόμα και η εθνική της θέση στο διεθνή χώρο. Ειρήσθω εν παρόδω, το τελευταίο θα ήταν καταστρεπτικό, αφού γινόταν μία έντονη προσπάθεια ανάδειξης της Ελλάδος σε υπολογίσιμη δύναμη στα διεθνή δρώμενα. Τα αυτά δήλωνε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε μία αγόρευσή του στη Βουλή το Νοέμβριο του 1931: «....ζωτικά, ζωτικότατα συμφέροντα της Ελλάδος επιβάλλουν εις αυτήν να διατηρή σχέσεις αδιαταράχτου φιλίας και προς την Μεγάλην  Βρετανίαν και προς την γείτονα μας, μεγάλη Μεσογειακήν Δύναμιν, την Ιταλία. Είναι αδύνατον η φιλία αυτή να μείνη αδιατάρακτος εάν το ελληνικόν Κράτος υπέθαλπτεν ή υποβοηθεί την επιδίωξη των εθνικών πόθων των κατοίκων των νήσων τούτων».




ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν ότι από τη στιγμή που η Μεγάλη Βρετανία θεωρούσε ότι είχε ουσιώδη συμφέροντα στο νησί δεν υπήρχε δυνατότητα τερματισμού της κυριαρχίας της. Πίστευε λοιπόν, ότι μόνο στην περίπτωση που η Βρετανία πειθόταν ότι δεν είναι γι’ αυτή χρήσιμο το νησί, θα ήταν διατεθειμένη να το εγκαταλείψει ή έστω να κρατήσει ένα μόνο μικρό τμήμα του νησιού, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι σχέσεις του ντόπιου πληθυσμού με τους Βρετανούς θα ήταν ομαλές, ώστε να μη δημιουργηθεί η αντίληψη ότι αυτοί υπέκυψαν στη βία. Γι’ αυτό ακριβώς και ο Βενιζέλος επιδίωξε επανειλημμένα στο παρελθόν το διακανονισμό του Κυπριακού ζητήματος, μέσω διμερούς ελληνοβρετανικής συνεννόησης.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πιστός στις επιταγές του πολιτικού ρεαλισμού, θα προτιμήσει την προσαρμογή στη σκληρή πραγματικότητα. Παρά την έντονη πίεση της πανελλήνιας κοινής γνώμης θα παραμείνει πιστός στην αντίληψη του, ότι η επίκληση του δικαίου και μόνο, δεν αρκεί για να κάμψει τις αντίξοες διεθνείς δυνάμεις.[9]

Η κρίση αυτή τον Οκτώβριο 1931 είναι η τελευταία φάση της ενασχόλησης του Βενιζέλου με το Κυπριακό θέμα. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Βενιζέλος ενταφίασε το κυπριακό, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αληθεύει. Η πολιτική του Βενιζέλου δεν απέκλειε καμιά πιθανότητα από όλες τις ευκταίες λύσεις.[10]

Έπρεπε να περάσουν ακόμη λίγα χρόνια μέχρι η οργανωμένη δράση της Ε.Ο.Κ.Α κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955 – 1959 να ανάγκαζε τους Άγγλους να παραχωρήσουν στην Κύπρο κρατική ανεξαρτησία, μετά από τις Συνθήκες Ζυρίχης  - Λονδίνου.

( φωτο 8, λεζάντα: Οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου οδήγησαν στη δημιουργία ανεξάρτητου Κυπριακού κράτους )

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1), (2),(4),(5) Πικρός Π. Γιάννης: «Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ » ,
Εκδόσεις: Στρατή Ι. Φιλιππότη: Αθήνα  1980

      (3),  Σβολόπουλος Κωνσταντίνος : «ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, 12 ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ» , εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα 1999

     (6) Χρυσάνθης Κύπρος  «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ 1931»

     (7) Λοϊζίδης Σάββας: «ΑΤΥΧΗ ΚΥΠΡΟΣ» ,Εκδόσεις: Μπεργαδή: Αθήνα 1980

      (8) Εθνικό Ίδρυμα « Ελευθέριος Βενιζέλος»

(9) Σβολόπουλος Κωνσταντίνος  «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: 1900-1945 τ.Α ,Εστία: Αθήνα,2003

(10) Τζερμιάς Ν. Παύλος «Η ΚΥΠΡΟΣ», εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2004


Σ.τ.Σ: Η όλη «επανάσταση» τον Οκτώβριο του 1931 στην Κύπρο  πρέπει να γίνει αντιληπτή ως ευρεία λαϊκή διαμαρτυρία και όχι ως οργανωμένη εξέγερση ή/και επανασταση. Δεν υπάρχουν ενδείξεις, ότι το ξέσπασμα του Οκτωβρίου ήταν καλά προσχεδιασμένο και προμελετημένο. Ο λαός ήταν άοπλος, χωρίς σχέδιο, οργάνωση και προγραμματισμό και διακατεχόταν από ένα αυθορμητισμό και πόθο για εθνική δικαίωση.













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου